Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bone breaker


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο breaker παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bone

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breaker n informal (wave that breaks) (καθομιλουμένη)μεγάλο κύμα επίθ + ουσ ουδ
  (κατά λέξη)κύμα που σπάει περίφρ
  (επίσημο)θραυόμενο κύμα μτχ ενεστ + ουσ ουδ
 The surfers were disappointed at the absence of breakers at the beach.
breaker n (electrical device) (ηλεκτρικού κυκλώματος)διακόπτης ουσ αρσ
 Flip the breaker to turn the power off.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ball-buster,
ballbuster,
ball-breaker,
ballbreaker
n
figurative, informal (woman threatening to men) (αργκό, υβριστικό)τσούγδω ουσ θηλ
  (αργκό, υβριστικό)σπασαρχίδω ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)σπαστικιά ουσ θηλ
ball-buster,
ballbuster,
ball-breaker,
ballbreaker
n
figurative, informal (strict disciplinarian)αυστηρός επίθ
breaker bar n (type of wrench: removes nuts)κλειδί αφαίρεσης παξιμαδιών φρ ως ουσ ουδ
circuit breaker n (electrical device)διακόπτης ουσ αρσ
  αυτόματος διακόπτης επίθ + ουσ αρσ
  διακόπτης κυκλώματος φρ ως ουσ αρσ
 A loose connection kept causing the circuit breaker to trip.
circuit breaker n figurative, US (tax relief)φοροαπαλλαγή ουσ θηλ
  έκπτωση φόρου φρ ως ουσ θηλ
 The circuit breaker meant the elderly lady had enough money to visit her kids.
circuit breaker n figurative (strict measures to reduce infection) (μεταφορικά)διακόπτης ουσ αρσ
circuit-breaker n as adj figurative (strict measures to reduce infection)μέτρο ανάσχεσης της εξάπλωσης φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The government announced a two-week circuit-breaker lockdown.
 Η κυβέρνηση ανακοίνωσε lockdown δύο εβδομάδων ως μέτρο ανάσχεσης της εξάπλωσης της νόσου.
deal breaker,
deal-breaker,
also US: dealbreaker
n
(issue that ends agreement)κτ που μας το χαλάει περίφρ
  κτ που δεν μου επιτρέπει να κάνω κτ περίφρ
  καθοριστικός παράγοντας για να μην κάνω κτ περίφρ
 We want to work with you, but if you can't supply the product fast enough, that's a deal-breaker.
 Θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί σου αλλά αν δεν μπορείς να παραδώσει αρκετά γρήγορα το προϊόν αυτό μας τα χαλάει.
 Θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί σου αλλά αν δεν μπορείς να παραδώσει αρκετά γρήγορα το προϊόν αυτό δεν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε.
icebreaker,
also UK: ice-breaker
n
figurative (conversation starter) (μεταφορικά: κουβέντα, ατάκα)που σπάει τον πάγο έκφρ
 On the first day of the job, we used icebreakers to get to know each other.
 Την πρώτη μέρα στη δουλειά, αναφερθήκαμε σε κάποια θέματα που σπάνε τον πάγο για να γνωριστούμε.
icebreaker,
also UK: ice-breaker
n
(ship that breaks ice)παγοθραυστικό ουσ ουδ
 An icebreaker has a reinforced hull.
panelboard,
breaker panel,
distribution board,
electric panel
n
(panel of electrical switches)ηλεκτρικός πίνακας επίθ + ουσ αρσ
  πίνακας ασφαλειών φρ ως ουσ αρσ
record breaker,
record-breaker
n
(highest achiever)κάτοχος ρεκόρ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The athlete became a record breaker when she won her fifth gold medal at the Olympic Games.
safecracker,
safe-cracker,
safe cracker,
safebreaker,
safe-breaker,
safe breaker
n
(law: [sb] who breaks into safes)διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων φρ ως ουσ αρσ
spring breaker n US, informal (young vacationer)νεαρό άτομο σε ανοιξιάτικες διακοπές
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
strikebreaker,
strike breaker,
strike-breaker
n
([sb] who works during a strike)απεργοσπάστης ουσ αρσ
 The strikebreakers were harassed by protesters during the strike.
tiebreaker,
tie-breaker,
also UK: tie-break
n
(sports, game: [sth] that resolves a draw) (αθλήματα: σε ισοπαλία)ταί μπρέικ ουσ ουδ ακλ
  (αμετάφραστο)tiebreaker ουσ ουδ ακλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bone breaker στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bone breaker».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!